'κεῖν'

ἐκεῖνα , ἐκεῖνος
the person there
neut nom/voc/acc pl
ἐκεῖνο , ἐκεῖνος
the person there
neut nom/voc/acc sg
ἐκεῖνε , ἐκεῖνος
the person there
masc voc sg
ἐκεῖναι , ἐκεῖνος
the person there
fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κειν' — κεινά , κεινός neut nom/voc/acc pl κεινά̱ , κεινός fem nom/voc/acc dual κεινά̱ , κεινός fem nom/voc sg (doric aeolic) κεινέ , κεινός masc voc sg κειναί , κεινός fem nom/voc pl κεινά , κενός empty neut nom/voc/acc pl (epic ionic) κεινά̱ , κενός… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεἰν — εἰν , ἐν in proclitic poetic indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεῖν — κέω to lie down pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεῖν' — κεῖνα , ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc pl κεῖνο , ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc sg κεῖνε , ἐκεῖνος the person there masc voc sg κεῖναι , ἐκεῖνος the person there fem nom/voc pl κεῖνα , κεῖνος the person there neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κείν' — κείνᾱͅ , ἐκεῖνος the person there fem dat sg (doric aeolic) κείνᾱͅ , κεῖνος the person there fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κέιν, Μάικλ — (Michael Caine, Αγγλία 1933 –). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Βρετανού ηθοποιού Μορίς Τζόζεφ Μαϊκλγουάιτ (Maurice Joseph Micklewhite). Ο Κ. άλλαξε το επίθετό του όταν είδε το κλασικό φιλμ Ανταρσία του Κέιν, το 1954. Ταλαντούχος, με χαρακτηριστική… …   Dictionary of Greek

  • Κέιν, Ελάισα Κεντ — (Elisha Kent Kane, 1820 – 1857). Αμερικανός εξερευνητής. Συμμετείχε στην εκστρατεία του Μεξικού και το 1850 52 συνόδευσε τον Γκρίνελ ως γιατρός στα ταξίδια του στους πόλους. Το 1853 πραγματοποίησε μια εξερευνητική αποστολή στη Γροιλανδία, την… …   Dictionary of Greek

  • Κέιν, Τόμας Χένρι Χολ — (SirThomas Henry Hall Caine, 1853 – 1931).Άγγλος μυθιστοριογράφος. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Λονδίνο και ήταν φίλος του ποιητή και ζωγράφου Ροσέτι. Τα έργα του, που χαρακτηρίζονται για την περιγραφική τους αδρότητα και την… …   Dictionary of Greek

  • Ἥνικα Πυθαγόρης τὸ περικλεὲς εὕρατο γράμμα κεῖν’, ἐφ’ ὅτῳ κλείνην ἤγαγε βουθυσίην. — (παλαιὸς λόγος). См. Гекатомба …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.